Ε.Ν.Σ.

Από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (Ε.Ν.Σ.) στην Οικονομική & Νομισματική Ένωση (Ο.Ν.Ε.) και στο Ευρώ

Την 1η Ιανουαρίου του 1999, έντεκα χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) υιοθέτησαν ως κοινό νόμισμα το ευρώ. Στη συνέχεια προσχώρησαν οχτώ επιπλέον χώρες. Το τολμηρό αυτό εγχείρημα της Γηραιάς Ηπείρου με την δημιουργία της Οικονομικής & Νομισματικής Ένωσης (Ο.Ν.Ε.), που πολλοί θεώρησαν ως ένα φανταστικό όραμα λίγα χρόνια πρωτύτερα, οδήγησε στην δημιουργία μιας νομισματικής ζώνης με 350 εκατομμύρια καταναλωτές. Η γέννηση του ευρώ οδήγησε στις σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες[1] των νομισμάτων όλων των χωρών της Ο.Ν.Ε.. Συμφώνησαν να καταργήσουν τα εθνικά νομίσματα τους και να τα παραχωρήσουν τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής[2]  τους σε μια κοινή Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.).

Πηγή: Europa.eu

Το αρχικό σημαντικό θεσμικό βήμα στο δρόμο της ευρωπαϊκής νομισματικής ενοποίησης ήταν το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (Ε.Ν.Σ). Το Ε.Ν.Σ. ξεκίνησε σε λειτουργία το 1979 κι χαρακτηριστικό του είναι ότι ήταν μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών που συνέδεε τα νομίσματα των κρατών-μελών μεταξύ τους, δηλαδή ένα σύστημα διακυμαινόμενης ισοτιμίας[3] μέσα στην Ευρώπη.

Για παράδειγμα

Η κεντρική ισοτιμία του γερμανικού μάρκου σε σχέση με τα γαλλικά φράγκα είχε οριστεί στα 3,36 φράγκα και δεν επιτρεπόταν να ανέβει ή να πέσει περισσότερο από 15% από αυτό το επίπεδο. (δηλάδη η ισοτιμία θα πρέπει να είναι ανάμεσα στο 2,856 έως το 3,864 )

Το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα είχε τρία βασικά χαρακτηριστικά:

  • Ένα νόμισμα αναφοράς που ονομαζόταν Ευρωπαϊκή Λογιστική Μονάδα (European Currency Unit (ECU)). Η Ευρωπαϊκή Λογιστική Μονάδα ήταν ο προπομπός του Ευρώ.
  • Ένα μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών (ERM). Κάθε νόμισμα είχε μια συναλλαγματική ισοτιμία που συσχετιζόταν με το ECU. Οι διμερείς συναλλαγματικές ισοτιμίες μπορούσαν να μεταβάλλονται μέχρι [-2,25%, 2,25%]
  • Έναν πιστωτικό μηχανισμό. Κάθε χώρα μετέφερε το 20% του συναλλάγματος της και των αποθεμάτων της σε χρυσό σε ένα κοινό ταμείο.

Το ERM αποδείχτηκε πάρα πολύ ευάλωτο ως σύστημα σταθερών ισοτιμιών. Στην διάρκεια της κρίσης του ERM ένας αριθμός κρατών-μελών υπέφερε συναλλαγματικές αναταράξεις όπως: η βρετανική στερλίνα, η ιταλική λίρα, το πορτογαλικό εσκούδο και η ισπανική πεσέτα. Ακόμα και οι Χώρες που παρέμειναν εντός του ERM χρειάστηκε να διευρύνουν τα όρια διακύμανσης σε τέτοιο βαθμό ώστε ένα διάστημα το όλο σύστημα συρρικνώθηκε σε σχέση με την αρχική του μορφή. Παρόλα αυτά και παρά τη συναλλαγματική κρίση του 1992 το ERM μπαλώθηκε και πολλές χώρες παρέμειναν στη δέσμευσή τους για το σχέδιο του ευρώ. Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από το ERM το 1992 λόγω των αναταράξεων στην συναλλαγματική ισοτιμία της βρετανικής στερλίνας.

 

Συνθήκη του Μάαστριχτ

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ (1991) ή αλλιώς η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έθεσε τα θεμέλια για την οικονομική και νομισματική ένωση. Στον οικονομικό τομέα αναμενόταν η ολοκλήρωση της κοινής αγοράς, η αναμόρφωση και η επέκταση των διαρθρωτικών ταμείων, ώστε να μειωθούν οι περιφερειακές ανισότητες εντός της Κοινότητας και η θέσπιση διαδικασίας πολυμερούς εποπτείας των οικονομικών εξελίξεων με συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών. Στο νομισματικό τομέα προβλεπόταν η δημιουργία κοινού χρηματοπιστωτικού χώρου, η ενίσχυση του συντονισμού των νομισματικών πολιτικών των κρατών-μελών και η άρση όλων των εμποδίων στην χρησιμοποίηση της E.C.U. στις συναλλαγές. Προβλεπόταν επίσης η ένταξη των νομισμάτων όλων των κρατών-μελών στο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών του ΕΝΣ. Επίσης από την Συνθήκη του Μάαστριχτ δημιουργήθηκε και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ECB) και ποια θα ήταν τα στάδια για τη δημιουργία του κοινού νομίσματος. Και τέλος τα κράτη-μέλη συμφώνησαν ποια θα ήταν τα κριτήρια για την είσοδο μια χώρας στην ζώνη του κοινού νομίσματος.

Στην Συνθήκη του Μάαστριχτ έθετε τρία στάδια για την εισαγωγή του κοινού νομίσματος:

  • Πρώτο Στάδιο (από την 1η Ιουλίου 1990 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1993): εισαγωγή ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών.
  • Δεύτερο Στάδιο (από την 1η Ιανουαρίου 1994 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1998): ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών και μεγαλύτερη ευθυγράμμιση των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών.
  • Τρίτο Στάδιο (από την 1η Ιανουαρίου 1999 έως σήμερα): σταδιακή εισαγωγή του ευρώ σε συνδυασμό με την άσκηση ενιαίας νομισματικής πολιτικής, για την οποία είναι αρμόδια η ΕΚΤ.

Κανόνες για συμμετοχή στο ευρώ: Η Συνθήκη του Μάαστριχ του 1991 καθόρισε πέντε προϋποθέσεις τις οποίες θα έπρεπε τα μέλη της Ευρωζώνης να ικανοποιούν πριν την ένταξη. Οι τελευταίοι δυο δημοσιονομικοί κανόνες εννοείται ότι ακολουθούνται από χώρες ακόμα και μετά την ένταξη.

Συναλλαγματική Ισοτιμία

Δυο συνεχή έτη στο όριο διακύμανσης του ERM  χωρίς υποτίμηση (χωρίς μεταβολή στην κεντρική ισοτιμία)

Ρυθμός Πληθωρισμού

Όχι πάνω απο 1,5 ποσοστιαία μονάδα από το επίπεδο των τριών χωρών μελών με τους χαμηλότερους πληθωρισμούς την προηγούμενη χρονιά

Μακροχρόνια Ονομαστικά Επιτόκια

Όχι πάνω από 2 ποσοστιαίες μονάδες από το επίπεδο των τριών χωρών με τα χαμηλότερα επιτόκια την προηγούμενη χρονιά

Δημόσιο Έλλειμμα

Όχι πάνω από 3% του Α.Ε.Π. στην προηγούμενη οικονομική χρονιά

Δημόσιο Χρέος

Όχι πάνω από  60% του Α.Ε.Π. στην προηγούμενη οικονομική χρονιά

Πηγή: EUROPEAN COMISSION

 

Πλεονεκτήματα & Αδυναμίες της Νομισματικής Ένωσης

Σύμφωνα με την συνθήκη του Μάαστριχτ τα κύρια χαρακτηριστικά της νομισματικής ένωσης θα είναι το κοινό νόμισμα και η κοινή νομισματική πολιτική που θα ασκείται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η υιοθέτηση ενός ενιαίου νομίσματος, σε αντίθεση με τη διατήρηση των εθνικών νομισμάτων που θα συνδέονταν μεταξύ τους με αμετάκλητες σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, θα διασφαλίζει την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα της νομισματικής ένωσης. Αν διατηρούνταν τα εθνικά νομίσματα, θα υπήρχε η δυνατότητα εύκολης αποχώρησης από την νομισματική ένωση. Με το κοινό νόμισμα το κόστος αποχώρησης, το οποίο συνδέεται με την έκδοση νέου νομίσματος και τη διατάραξη των σχέσεων μεταξύ των κρατών-μελών, θα αποτελέσει αποτρεπτικό παράγοντα εξόδου από την ένωση.

Πλεονεκτήματα

  1. Μείωση του κόστους των συναλλαγών (π.χ. λόγω της μετατρεψιμότητας από ένα νόμισμα σε ένα άλλο που υπάρχει κίνδυνος μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας).
  2. Την ελαχιστοποίηση της αβεβαιότητας και του συναλλαγματικού κινδύνου (Μείωση του ασφάλιστρου κινδύνου που ενσωματώνεται στα επιτόκια δανεισμού δηλαδή «φτηνός» δανεισμός για τα κράτη και τις εμπορικές τράπεζες κατά συνέπεια και «φτηνότερα» δάνεια και για τους πολίτες).
  3. Την αξιοπιστία της κοινής συναλλαγματικής πολιτικής.

 

Μειονεκτήματα

  1. Στέρηση της δυνατότητας μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας στο εσωτερικό των κρατών-μελών της ΕΕ.
  2. Την απώλεια των κρατικών εσόδων που προκύπτουν από τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων μέσω της έκδοσης νέου χρήματος.

 

[1] Η Συναλλαγματική Ισοτιμία είναι η τιμή που συνδέει δύο διαφορετικά νομίσματα μεταξύ τους. Είναι η τιμή στην οποία ανταλλάσσονται δύο εθνικά νομίσματα στη διεθνή αγορά συναλλάγματος, δηλαδή η ποσότητα ενός νομίσματος που απαιτείται για την αγορά μίας μονάδος ενός άλλου νομίσματος. Για παράδειγμα, η ισοτιμία ανάμεσα στο ευρώ και στο ελβετικό φράγκο είναι 1,09 που σημαίνει ότι χρειάζεται 1,09 ελβετικό φράγκο για να αγοραστεί 1€. 

 

Ιστορικό γράφημα ισοτιμίας Ευρώ με Ελβετικό Φράγκο

[2] Νομισματική πολιτική είναι η διαδικασία με την οποία κάποια νομισματική αρχή (π.χ. Κεντρική Τράπεζα) εξασφαλίζει τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Επίσημοι στόχοι της αποτελούν και η οικονομική ανάπτυξη και η χαμηλή ανεργία(π.χ. Federal Reserve (FED) κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ).

[3] Σε ένα σύστημα διακυμαινόμενης ισοτιμίας η συναλλαγματική ισοτιμία θα πρέπει να παραμένει εντός ενός ορισμένου διαστήματος, δηλαδή δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από αυτό το διάστημα. Ένα πιο αυστηρό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών είναι αυτό των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών όπου η συναλλαγματική ισοτιμία παραμένει σταθερή γύρω από μία τιμή και δεν μεταβάλλεται από τις δυνάμεις της αγοράς. Στην περίπτωση της σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας παρεμβαίνει η Κεντρική Τράπεζα αγοράζοντας ή πουλώντας συναλλαγματικά διαθέσιμα. Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα είναι περιουσικά στοιχεία που κρατούν οι Κεντρικές Τράπεζες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα διεθνών πληρωμών.

Πηγές

  • Εισαγωγή στην Οικονομική Τόμος Β΄ David Begg, Gianluigi Vernasca, Εκδόσεις Κριτική
  • Διεθνής Μακροοικονομική & Χρηματοοικονομική Ιωάννης Α. Λεβεντάκης, Εκδόσεις Σταμούλη
  • Μακροοικονομικές Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Μαργαρίτα Κατσίμη, Εκδόσεις Ο.Π.Α.
  • Διεθνής Οικονομική Robert C. Feenstra, Alan M. Taylor, Εκδόσεις Επίκεντρο
  • Διεθνής Οικονομική Θεωρία & Πολιτική Paul R. Krugman, Maurice Obstfeld, Marc J. Melitz Εκδόσεις Κριτική

Add a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *