caroline-hernandez-gfDQ9GmjNFI-unsplash

Ασφαλιστικό σύστημα

του Βαγγέλη Σπανού

Είναι γεγονός, ότι όταν ακούμε συζητήσεις στη χώρα μας αναφορικά με τις συντάξεις και συνάμα με το ασφαλιστικό μας σύστημα, παρατηρούμε μια σύγχυση. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι -μάλλον- λογικός, καθώς η πολυπλοκότητα του νομοθετικού πλαισίου που διέπει το ασφαλιστικό σύστημα στην Ελλάδα καθιστά την ενημέρωση των πολιτών για τη δομή και τη λειτουργία του χρονοβόρα και δύσπεπτη. Για το λόγο αυτόν, στο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε τα είδη των ασφαλιστικών που μπορούμε να συναντήσουμε παγκοσμίως, εστιάζοντας με τρόπο απλό στα επιμέρους χαρακτηριστικά τους, δίχως να λαμβάνουμε υπόψη ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις.

Κεφαλαιοποιητικό Σύστημα (Fully Funded)

Στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης οι εισφορές του εργαζομένου αποταμιεύονται σε έναν ενιαίο “κουμπαρά” και φυλάσσονται εκεί μέχρι τη στιγμή της συνταξιοδότησης του. Ο “κουμπαράς” αυτός, μπορεί να είναι ένα επενδυτικό fund[1], μια τράπεζα ή άλλοι ειδικοί επενδυτικοί φορείς. Η σύνταξη, λοιπόν, ενός ασφαλισμένου σε κεφαλοποιητικό σύστημα εξαρτάται από τα χρόνια που εισέφερε, το ποσό που κατέβαλε και από την απόδοση της κεφαλαιοποίησης του, η οποία λογίζεται τυπικά ως επένδυση. Το σύστημα αυτό φαίνεται σε πολλούς ως πιο δίκαιο, καθώς ο κάθε συνταξιούχος λαμβάνει ως σύνταξη τις δικές του αποταμιεύσεις (εισφορές) συν μια μικρή απόδοση αυτών. Βάσει του ποσού αυτού και του προσδόκιμου της ζωής του , θα λάβει μιαν ορισμένη σύνταξη. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι το συγκεκριμένο σύστημα εναποθέτει πλήρως στο άτομο τη δυνατότητα επιλογής του ποσού που θέλει να αποταμιεύσει. Το γεγονός αυτό, ενδεχομένως, ελλοχεύει κινδύνους μη εξασφάλισης της απαραίτητης αποταμίευσης που χρειάζεται το άτομο για να διασφαλίσει μια βιώσιμη συνταξιοδότηση για το υπόλοιπο της ζωής του. Εν ολίγοις, το ίδιο το άτομο αναλαμβάνει το ρίσκο για την απόδοση των επενδύσεων του (αποταμιεύσεις), κάτι που αποτελεί το βασικό μειονέκτημα του συγκεκριμένου συστήματος.

Πότε με συμφέρει να έχω κεφαλαιοποιητικό σύστημα; Όταν οι αποδόσεις των επενδυμένων εισφορών μου είναι σταθερά υψηλές.

Ένα απλό παράδειγμα

Έστω ότι το άθροισμα των συνολικών εισφορών που αποταμίευσε ένας εργαζόμενος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου είναι €200.000.Υποθέτoυμε, επίσης, ότι οι εισφορές που επένδυσε στον επενδυτικό φορέα που επέλεξε είχαν μέση απόδοση 2% (δηλαδή ο προσωπικός του «κουμπαράς» όταν συνταξιοδοτήθηκε είχε μέσα 200.000 + 200.000×2% = €204.000). Τέλος, υποθέτουμε ότι συνταξιοδοτήθηκε στην ηλικία των 65 των ετών και ότι βάσει των προβλέψεων για το προσδόκιμο ζωής, θα ζήσει μέχρι την ηλικία των 85 ετών. Αν επιθυμεί να λαμβάνει το ίδιο ποσό μηνιαίας σύνταξης για τα επόμενα 20 χρόνια, τότε η μηνιαία του σύνταξη θα είναι ίση με το συνολικό ποσό της αποταμίευσης του (συν την απόδοση αυτής) διά του αριθμού των μηνών που περιλαμβάνονται σε περίοδο 20 χρόνων (20×12 = 240 μήνες) . Εν κατακλείδι, ο συγκεκριμένος εργαζόμενος θα λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ύψους 204000 ÷240 = €850 για 20 χρόνια.

Διανεμητικό Σύστημα (Pay as you go)

Το διανεμητικό σύστημα ασφάλισης είναι το σύστημα που ισχύει στην Ελλάδα σήμερα, κατά το οποίο οι σημερινοί εργαζόμενοι πληρώνουν τις συντάξεις των τωρινών συνταξιούχων μέσω των εισφορών τους. Σε αντίθεση με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, οι εισφορές των εργαζομένων δε χρηματοδοτούν τις δικές τους συντάξεις , δημιουργούν όμως μια προσδοκία –ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ γενεών- ότι θα ανταμειφθούν αναλόγως από τις επόμενες γενιές , όταν συνταξιοδοτηθούν. Συνεπώς, η σύνταξη που θα λάβει ένας συνταξιούχος του διανεμητικού συστήματος εξαρτάται από την αναλογία εργαζομένων/συνταξιούχων όταν βγαίνει στην σύνταξη και από το ύψος των μισθών που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι (όσο πιο υψηλός ο μισθός, τόσο υψηλότερη εισφορά που καταβάλλεται àυψηλότερες συντάξεις διανέμονται).

Πότε με συμφέρει να έχω διανεμητικό σύστημα; Όταν η αναλογία εργαζομένων/συνταξιούχων είναι υψηλή και όταν οι εισφορές αυτών των εργαζομένων είναι επίσης υψηλές (εξαιτίας του γεγονότος ότι παίρνουν υψηλούς μισθούς), κατά την περίοδο που είμαι συνταξιούχος.

Οι περισσότερες χώρες χρησιμοποιούν ένα συνδυασμό των δύο βασικών συστημάτων που προαναφέρθηκαν, παρέχοντας μια-συνήθως μικρή- κρατική σύνταξη, η οποία χρηματοδοτείται είτε από τον κρατικό προϋπολογισμό , είτε από το διανεμητικό χαρακτήρα του ισχύοντος συστήματος, στην οποία προστίθεται μια δεύτερη σύνταξη που είναι απόρροια της κεφαλαιοποίησης επενδυμένων εισφορών που προέκυψαν καθ’ όλη τη διάρκεια του εργασιακού βίου του εκάστοτε εργαζομένου.

Ένα απλό παράδειγμα

Έστω μια οικονομία με 5 εργαζόμενους και 2 συνταξιούχους. Υποθέτουμε ότι οι 2 συνταξιούχοι έχουν καταβάλλει στο παρελθόν περίπου ίδιο ποσό ασφαλιστικών εισφορών και άρα δικαιούνται ίδιο ύψος σύνταξης, καθώς επίσης και ότι καθένας από τους 5 εργαζομένους λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα ύψους €1.000 , εκ των οποίων τα €200 πηγαίνουν για πληρωμή των ασφαλιστικών του εισφορών (υποθέτουμε ότι καταβάλλεται το 20% του εισοδήματος του εργαζομένου για συντάξιμα, χωρίς να ασχολούμαστε στο παράδειγμα για τις εισφορές που πληρώνει για περίθαλψη κλπ.). Επιπλέον, θεωρούμε ότι το κράτος έχει επιλέξει να δίνει εθνική σύνταξη ύψους €300 σε κάθε συνταξιούχο, την οποία χρηματοδοτεί από τα έσοδα που εισπράττει από φόρους (και άρα όχι από τις εισφορές των εργαζομένων). Συνεπώς, τα μηνιαία έσοδα του ασφαλιστικού ταμείο (πχ. ΕΦΚΑ) από τις εισφορές των εργαζομένων είναι 200×5 = €1000 . Τα €1000 θα διανεμηθούν ισόποσα στους 2 συνταξιούχους της οικονομίας (δηλαδή θα λάβει ο καθένας τους €500), εφόσον είχαν καταβάλλει τις ίδιες ασφαλιστικές εισφορές. Εν τέλει, ο καθένας από τους 2 συνταξιούχους θα λάβει σύνταξη ίση με το άθροισμα της εθνικής σύνταξης που έχει επιλέξει να δώσει το κράτος συν το ποσό που του αναλογεί από τις εισφορές που πληρώνουν οι σημερινοί εργαζόμενοι. Άρα, η μηνιαία σύνταξη του κάθε συνταξιούχου θα είναι ίση με 300+500= €800 .

Παράγοντες που επηρεάζουν τη λειτουργία ενός διανεμητικού συστήματος

  • Οικονομική μεγέθυνση: Όσο περισσότερο μεγεθύνεται μια οικονομία, όσο δηλαδή αυξάνονται το συνολικό εισόδημα που παράγεται εντός της, τόσο υψηλότερες και οι συνολικές ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι και άρα τόσο υψηλότερες οι συντάξεις που δίνονται στους συνταξιούχους. Αντίθετες συνέπειες θα έχει για το ύψος των καταβληθεισών συντάξεων μια ενδεχόμενη οικονομική ύφεση.
  • Μετανάστευση: Η είσοδος μεταναστών που επρόκειτο να προσφέρουν εργασία σε μία χώρα επιδρά θετικά στη λειτουργία του διανεμητικού της συστήματος ασφάλισης. Η εξήγηση σε αυτό είναι απλή : μια εξωγενής αύξηση του λόγου εργαζομένων/συνταξιούχων (εξαιτίας της αύξησης των εργαζομένων, χωρίς την ανάλογη αύξηση των συνταξιούχων) επιφέρει αυτόματα αύξηση των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων, η οποία διανέμεται στους συνταξιούχους. Στον αντίποδα, η μετανάστευση από μια χώρα προς μιαν άλλη, επιδρά αρνητικά για την πρώτη καθώς στερεί οικονομικούς πόρους που θα προέκυπταν από εν δυνάμει εργαζομένους. Να σημειωθεί εδώ, ότι ο παράγοντας «μετανάστευση» συνδέεται άμεσα με την οικονομική μεγέθυνση της οικονομίας. Για παράδειγμα, όπως επιβεβαιώνεται από στοιχεία της παγκόσμιας βιβλιογραφίας, πολιτικές προσέλκυσης μεταναστών συνδέονται και με υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης.
Πίνακας 1: Εισερχόμενοι – Εξερχόμενοι μετανάστες 1991- 2017 (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ)
  • Αριθμός Γεννήσεων: Έχοντας αναφέρει όλα τα παραπάνω, είναι ευνόητο γιατί ο αριθμός των γεννήσεων σε μια χώρα συμβάλλει καθοριστικά στη βιωσιμότητα ή μη του ασφαλιστικού της συστήματος. Όσο περισσότερες οι γεννήσεις, τόσο μεγαλύτερο σε εύρος το «αυριανό» εργατικό δυναμικό. Τα δημογραφικά στοιχεία τόσο για τη χώρα μας, όσο και για τις περισσότερες χώρες της δύσης δεν είναι, ωστόσο, ευοίωνα. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούμε μια δραστική μείωση των γεννήσεων, που σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου της ζωής εξαιτίας της εξέλιξης της ιατρικής φαίνεται να επιβαρύνει σε δυσβάσταχτα τα διανεμητικά ασφαλιστικά συστήματα. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ο εξής : μείωση των νέων εργαζομένων (μείωση γεννήσεων) και παράλληλη παράταση του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ένας συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη (αύξηση προσδόκιμου ζωής). Το Γράφημα 1 και ο Πίνακας 2 που ακολουθούν αναπαριστούν τόσο την αύξηση των ατόμων με ηλικία μεγαλύτερη των 65 ετών ως ποσοστό του συνολικού ελληνικού πληθυσμού (γήρανση πληθυσμού), όσο και τη μείωση των γεννήσεων από την άλλη.
Γράφημα 1: Ποσοστιαία κατανομή του πληθυσμού για τα έτη 1951-2011 και 2018 (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ)
Πίνακας 2 : Γεννήσεις – Θάνατοι στην Ελλάδα (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ)

Συμπεράσματα

Έχουν, λοιπόν, κάποια βάση τα επιχειρήματα του τύπου «Μα τα έχουμε πληρώσει αυτά τα χρήματα, γιατί μας τα κόβουν; » που ακούσαμε τα τελευταία χρόνια από Έλληνες συνταξιούχους που υπέστησαν περικοπές στις συντάξεις τους ένεκα της κρίσης ; Η αλήθεια είναι πως δεν έχουν, εξαιτίας του διανεμητικού χαρακτήρα του ισχύοντος συστήματος ασφάλισης. Οι συνταξιούχοι, όπως και όλες υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες πληθυσμού πλήρωσαν την κρίση με μείωση των εισοδημάτων τους, καθώς τα ασφαλιστικά ταμεία εισέπρατταν- εξαιτίας της πτώσης των εισοδημάτων των εργαζομένων- λιγότερες εισφορές προς διανομή σε συνταξιούχους . Συνεπώς, οι συντάξεις μειώθηκαν κατά έναν μάλλον λογικό τρόπο. Να επισημάνουμε, τέλος, ότι το παραπάνω επιχείρημα θα ευσταθούσε αν στη χώρα μας είχαμε κεφαλαιοποιητικό σύστημα ασφάλισης .

Εν κατακλείδι, αξίζει να σημειώσουμε σε τι θα πρέπει να προσδοκούν οι σημερινοί εργαζόμενοι( με δεδομένο ότι θα συνεχίσουμε με διανεμητικό σύστημα ασφάλισης) , έτσι ώστε να λάβουν υψηλές συντάξεις. Επειδή οι προβλέψεις για τα δημογραφικά στην Ελλάδα δεν είναι θετικές, οι σημερινοί εργαζόμενοι που θέλουν να λάβουν υψηλή σύνταξη θα πρέπει να επιθυμούν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα, οι οποίοι θα δώσουν ευκαιρίες απασχόλησης σε μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων (είτε από την εγχώρια αγορά εργασίας, είτε από μετανάστευση) , οι οποίοι με τη σειρά τους θα συνεισφέρουν στα ασφαλιστικά ταμεία με τις εισφορές τους. Ιδανικά, θα επιθυμούσαν επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, που θα απασχολήσουν εξειδικευμένο προσωπικό με υψηλές δεξιότητες, το οποίο θα λαμβάνει υψηλούς μισθούς και άρα θα πληρώνει μεγαλύτερες εισφορές .

Βιβλιογραφία

  • διαΝΕΟσις, Η Ελληνική Οικογένεια και το Δημογραφικό Πρόβλημα
  • Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς, Μάνος Ματσαγγάνης
  • Συντάξεις για νέους , Μιλτιάδης Νεκτάριος, Πλάτων Τήνιος, Γιώργος Συμεωνίδης
  • Το ασφαλιστικό και η κρίση, Τάσος Γιαννίτσης
  • ΕΛΣΤΑΤ

[1] Το επενδυτικό Fund αποτελεί μορφή επένδυσης που πραγματοποιείται συνήθως από ασφαλιστικά ταμεία και μεγάλους επενδυτές με σκοπό αποδοσεις μεγαλύτερες από αυτές που θα επέφερε ένα τραπεζικό ίδρυμα.

vanspanos21@gmail.com

Έχετε πρόταση για επόμενο άρθρο μας; Μη διστάσετε να αφήσετε την πρότασή σας στα σχόλια στο τέλος του άρθρου! Θέλετε να γίνετε συνεργάτης συγγραφέας του The E square Project; Στείλτε το βιογραφικό σας στο info@esproject.gr και θα επικοινωνήσουμε μαζί σας!

tax-forms

Η λειτουργία των φόρων

της Στέλλας Παπαδοκωνσταντάκη

Οι επικείμενες φορολογικές μεταρρυθμίσεις είναι ένα θέμα που το τελευταίο διάστημα κατακλύζει την επικαιρότητα. Σε τι όμως επηρεάζει η μείωση του συντελεστή ΦΠΑ και ποια είναι η σημασία της μείωσης των φόρων στις επιχειρήσεις; Οι αποφάσεις για τη φορολογία είναι κάποιες από τις σημαντικότερες και παράλληλα πιο δύσκολες που έχει να λάβει μία κυβέρνηση, καθώς έχει να σταθμίσει διάφορους παράγοντες. Παρακάτω είναι μερικά από τα ερωτήματα που θα απαντήσουμε:

Σε τι εξυπηρετεί η φορολογία; Ποια τα διαφορετικά είδη της και ποια είναι τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτών; Τι συμβαίνει με την φορολογία στην Ελλάδα;

Χρησιμότητα Φορολογίας

Η κυβέρνηση μέσω της φορολόγησης συγκεντρώνει χρήματα για να καλύψει τις δημόσιες δαπάνες της σε διάφορους τομείς όπως η εκπαίδευση, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η παροχή δημοσίων αγαθών (υποδομές, εθνική άμυνα). Επιπλέον, το κράτος δανείζεται χρήματα από τις αγορές τα οποία πρέπει να αποπληρώνει. Ένα μέρος των φορολογικών εσόδων χρησιμοποιείται για την αποπληρωμή αυτού του χρέους στους δανειστές.

Σημαντικός σκοπός της φορολογίας αποτελεί επίσης και η άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των πολιτών. Αυτό επιτυγχάνεται καθώς άτομα με μεγαλύτερο εισόδημα και μεγαλύτερη περιουσιακή κατάσταση πληρώνουν μεγαλύτερους φόρους. Ταυτόχρονα, τα άτομα με χαμηλότερο εισόδημα επωφελούνται αναλογικά περισσότερο από τα φορολογικά έσοδα  με τη μορφή επιδομάτων, όπως και με την επιλογή δημόσιας από ιδιωτικής ασφάλισης υγείας.

Τέλος, μέσω αυτών των φορολογικών εσόδων η κυβέρνηση έχει την ικανότητα να κάνει επενδύσεις, γεγονός που τονώνει την οικονομία και την κάνει πιο ανταγωνιστική.

Σύστημα Φορολογίας

Οι φόροι είναι συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που τα φυσικά πρόσωπα (πολίτες) καθώς και τα νομικά (επιχειρήσεις, σωματεία, συνεταιρισμοί, ιδρύματα) υποχρεούνται να καταβάλλουν στο κράτος.

Φορολογική βάση είναι το μέγεθος με το οποίο υπολογίζεται η φορολογική υποχρέωση. Παραδείγματα φορολογικής βάσης αποτελούν το εισόδημα ενός ατόμου, η περιουσία του ή οι δαπάνες του, όπως η αγορά ενός αυτοκινήτου, πάνω στην οποία θα επέλθει η φορολόγηση.

Φορολογικός συντελεστής είναι το ποσό του φόρου που αντιστοιχεί σε κάθε μονάδα φορολογικής βάσης. Αποτελεί δηλαδή το ποσοστό της φορολογικής βάσης που οφείλει το άτομο στο κράτος.

Αν πολλαπλασιάσουμε το φορολογικό συντελεστή με τη φορολογική βάση προκύπτει το ποσό του φόρου που πρέπει να πληρώσουμε.

Παράδειγμα

Ας υποθέσουμε ότι ένα εργαζόμενο άτομο έχει ετήσιο εισόδημα 10.000€ και  φορολογείται με συντελεστή 22%. Η φορολογική βάση είναι το εισόδημα του και ο φορολογικός συντελεστής το 22%. Τότε το άτομο θα πρέπει να καταβάλλει φόρο στο κράτος 10.000*0.22=2.200€.

Διακρίσεις Φόρων

Οι φόροι διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

Άμεσοι είναι οι φόροι που υπολογίζονται με βάση κάποια φορολογική βάση, ενώ

έμμεσοι είναι οι φόροι που επιβάλλονται στο αντικείμενο του φόρου.

Με τη σειρά τους, οι άμεσοι φόροι μπορούν να διακριθούν σε προοδευτικούς, αναλογικούς και αντίστροφα προοδευτικούς.

  • Προοδευτικός φόρος είναι εκείνος όπου ο φορολογικός συντελεστής αυξάνεται καθώς αυξάνεται η φορολογική βάση στην οποία εφαρμόζεται ο συντελεστής.
  • Αναλογικός φόρος είναι εκείνος με τον οποίο ο φορολογικός συντελεστής δεν αλλάζει όταν αλλάζει η φορολογική βάση.
  • Αντίστροφα προοδευτικός φόρος είναι εκείνος στον οποίο ο φορολογικός συντελεστής μειώνεται καθώς αυξάνει η φορολογική βάση. Αυτή η κατηγορία όμως είναι σπάνια, καθώς άτομα με μικρότερα εισοδήματα επιβαρύνονται περισσότερο.

Παράδειγμα προοδευτικού φόρου από τους φορολογικούς συντελεστές εισοδήματος του 2017

 

κάτω από € 20.000: 22%

€ 20.001 – € 30.000: 29%

€ 30.001 – € 40.000: 37%

πάνω από € 40.000: 45%

 

Μια σημαντική σημείωση για την εφαρμογή του προοδευτικού φόρου είναι το γεγονός ότι δεν εφαρμόζεται γραμμικά, αλλά κλιμακωτά. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, ένα άτομο με εισόδημα 25.000 θα πρέπει να πληρώσει το φόρο που του αναλογεί για τα πρώτα 20.000, δηλαδή 20.000*22%, και το φόρο που αναλογεί στα υπόλοιπα 5.000, δηλαδή 5.000*29%. Συνεπώς το τελικό ποσό που οφείλει στο κράτος είναι: 20.000*0,22+5.000*0,29=4400+1450=5.850 ευρώ.

Πλεονέκτημα και Μειονέκτημα Έμμεσων Φόρων

Το πλεονέκτημα της έμμεσης φορολόγησης είναι ότι είναι λιγότερο κοστοβόρα η συλλογή της σε σύγκριση με τους άμεσους φόρους, καθώς το ποσό του φόρου συμπεριλαμβάνεται στην τιμή του προϊόντος.

Ωστόσο, το βασικό μειονέκτημα της έμμεσης φορολογίας είναι ότι επηρεάζει τα κίνητρα και την συμπεριφορά των ανθρώπων. Σε περιπτώσεις όπου η έμμεση φορολογία είναι υπερβολικά υψηλή, κάποια άτομα ενδέχεται να καταφύγουν στη φοροδιαφυγή. Συχνά παρατηρούμε πωλητές που επιλέγουν να μην κόβουν αποδείξεις, για να αποφύγουν τον φόρο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα έσοδα της κυβέρνησης από την φορολογία θα είναι μικρότερα από αυτά που αρχικά ανέμενε.

Για αυτό το λόγο, κάθε αύξηση του φορολογικού συντελεστή αυξάνει τα φορολογικά έσοδα μέχρι ένα σημείο, μετά από το οποίο κάθε περαιτέρω αύξηση του φορολογικού συντελεστή μειώνει τα φορολογικά έσοδα, είτε λόγω αδυναμίας κατανάλωσης από τον πολίτη, είτε λόγω φοροδιαφυγής.

Φορολογία στην Ελλάδα

Η φορολογία στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, πραγματοποιείται μέσω άμεσων και έμμεσων συστημάτων φορολόγησης. Οι φόροι συλλέγονται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εποπτεύεται από την βουλή των Ελλήνων.

Λόγω της μεγάλης φοροδιαφυγής και της στενότητας της φορολογικής βάσης (χαμηλό εισόδημα)  η άμεση φορολογία είναι ιδιαίτερα χαμηλή στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η είσπραξη των φόρων να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε έμμεσους φόρους.

Το διάγραμμα παρουσιάζει την κατανομή των συνολικών φορολογικών εσόδων ανάμεσα σε άμεσους και έμμεσους φόρους στην Ελλάδα για τα έτη 2016 και 2017. Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από την ιστοσελίδα του ΟΟΣΑ. [1]

 

Η επιβολή χαμηλότερης άμεσης φορολογίας και υψηλότερης έμμεσης είναι άδικη για τις οικονομικά αδύναμες τάξεις, καθώς αυτές καταναλώνουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους που σημαίνει ότι επιβαρύνονται αναλογικά με υψηλότερους φόρους. Με άλλα λόγια, όταν ο φόρος επιβάλεται στην αγορά του προϊόντος, τότε ο φόρος είναι ο ίδιος για όλους, αδιακρίτου μισθού και ιδιοκτησίας. Έτσι, ένα άτομο με μηνιαίο μισθό 100.000 και ένα άλλο με 1.000 θα καταλήξουν να πληρώσουν το ίδιο ποσό φόρου στο κράτος, ακόμα και αν ο μισθός του ενός είναι αναλογικά 100 φορές μεγαλύτερος από τον άλλον. Ταυτόχρονα, τα άτομα με υψηλό εισόδημα έχουν την δυνατότητα να αποταμιεύουν μέρος του εισοδήματος τους ενώ τα άτομα με χαμηλό εισόδημα καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του σε προϊόντα και υπηρεσίες. Συνεπώς, ένας φόρος που επιβάλεται στην αγορά του προϊόντος ζημιώνει περισσότερο τα άτομα με χαμηλό εισόδημα. Για αυτό τον λόγο, η αύξηση της έμμεσης φορολογίας δεν βοηθά να επιτευχθεί ένας από τους βασικούς σκοπούς της φορολόγησης, ο οποίος είναι η διανομή του εισοδήματος από τα άτομα με υψηλότερο εισόδημα σε αυτά με χαμηλότερο, αλλά αντιθέτως εντείνει ακόμα περισσότερο την ανισοκατανομή ανάμεσα στα μέλη μίας χώρας.

Το διάγραμμα παρουσιάζει τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα καθώς και τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ για τα χρόνια 2000-2007. Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από την ιστοσελίδα του ΟΟΣA.

 

Όπως διακρίνεται στο διάγραμμα, μέχρι το 2010 τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερα από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, κάτι που άλλαξε μετά το 2011. Το 2010 η Ελλάδα λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους της και κατά συνέπεια της χαμηλής αξιοπιστίας που ενέπνεε, έχασε τη δυνατότητα να δανείζεται από τις αγορές με επιτόκια που ήταν σε λογικά πλαίσια, και έτσι κατέφυγε  στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που όμως συμφώνησαν να τη δανείζουν με την προϋπόθεση να επιτύχει συγκεκριμένα πρωτογενή πλεονάσματα. Για να το επιτύχει αυτό η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα.

Φορολογία σε Επιχειρήσεις

Όταν ένα αγαθό φορολογείται, οι αγοραστές και οι πωλητές αυτού του αγαθού μοιράζονται το φόρο. Ποιος όμως θα επιβαρυνθεί με το μεγαλύτερο μέρος του φόρου;

Παράλληλα, οι υπερβολικά υψηλοί φόροι έχουν αρνητικές επιπτώσεις, όχι μόνο για τους επιχειρηματίες οι οποίοι χάνουν κίνητρο για να επενδύσουν, καθώς οι φόροι στις επιχειρήσεις μειώνουν τα προσδοκώμενα κέρδη τους, αλλά και για τους εργαζομένους, των οποίων ο μισθός ενδέχεται να μειωθεί.

Παρακάτω φαίνεται ο φορολογικός συντελεστής των επιχειρήσεων στην Ελλάδα ο οποίος ανέρχεται στο 28%, σημαντικά μεγαλύτερος από τον μέσο φορολογικό συντελεστή των χωρών του ΟΟΣΑ που κυμαίνεται στο 22%.

Το διάγραμμα παρουσιάζει τους φορολογικούς συντελεστές των επιχειρήσεων ορισμένων Χωρών του ΟΟΣΑ. Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από την ιστοσελίδα του ΟΟΣΑ.

Το διάγραμμα παρουσιάζει το φορολογικό συντελεστή των επιχειρήσεων στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον μέσο όρο των φορολογικών συντελεστών τον Χωρών του ΟΟΣΑ. Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από την ιστοσελίδα του ΟΟΣΑ.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι αποφάσεις που αφορούν το φορολογικό σύστημα της Ελλάδας είναι ένα θέμα που μας αφορά όλους, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, γένους, επαγγέλματος ή ιδιοκτησίας. Οι φόροι επηρεάζουν κάθε πτυχή της καθημερινότητας μας. Ένα παιδί που αγοράζει τσίχλες στο περίπτερο πληρώνει ένα ποσοστό φόρου στο κράτος χωρίς καν να το γνωρίζει. Κανείς δεν είναι υπέρ του να πληρώνει φόρους, παρόλα αυτά λίγοι λαμβάνουν υπόψιν τη χρησιμότητα τους. Είναι εύκολο για κάποιον να πάρει τη δημόσια περίθαλψη, τη δημόσια εκπαίδευση, ακόμα και τα πεζοδρόμια και τους δρόμους ως δεδομένα, αλλά όλα αυτά μπορούν να παρέχονται χάρη των κρατικών φόρων.

Η φορολόγηση μιας χώρας είναι ένα θέμα που απασχολεί τους οικονομολόγους εδώ και πολλά χρόνια και παρόλα αυτά δεν υπάρχει κάποια εύκολη απάντηση, ένα τέλειο σύστημα. Είναι μια λεπτή ισορροπία, και υπάρχουν πολλοί παράγοντες που απειλούν να διαταράξουν αυτήν την ισορροπία. Συνεπώς, η ευθύνη πέφτει στην εκάστοτε κυβέρνηση να βρει αυτήν τη μέση λύση που θα συλλέγει τα απαραίτητα έσοδα για το κράτος ενώ ταυτόχρονα δεν θα αδικεί τον πολίτη.

[1] Ο ΟΟΣΑ απαρτίζεται από ένα σύνολο αναπτυγμέων χωρών που υποστηρίζουν τις αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Οι χώρες που συμμετέχουν στον ΟΟΣΑ είναι οι ακόλουθες: Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελβετία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Ιρλανδία, Ισλανδία, Τουρκία, Ισπανία, Φιλανδία, Καναδάς, Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογολία, Σουηδία, Ιταλία, Ιαπωνία, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Μεξικό, Τσεχία, Κορέα, Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβακία.

Πηγές

  • Κήττας Χρήστος, Οι Έμμεσοι φόροι ως μέσο τόνωσης της αγοράς
  • Mankiw, Taylor, Ashwin Οικονομική των Επιχειρήσεων, Εκδόσεις Τζιόλα
  • Harvey, Rosen, Gayer, Δημόσια Οικονομική, Σύγχρονη θεωρία και ελληνική πραγματικότητα, Εκδόσεις Κριτική
spapadok@esproject.gr
 

Έχετε πρόταση για επόμενο άρθρο μας; Μη διστάσετε να αφήσετε την πρότασή σας στα σχόλια στο τέλος του άρθρου! Θέλετε να γίνετε συνεργάτης συγγραφέας του The E square Project; Στείλτε το βιογραφικό σας στο info@esproject.gr και θα επικοινωνήσουμε μαζί σας!

architectural-design-architecture-banks-351264

Ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών

του Μιχάλη Τιάκα

Τράπεζες. Άλλοτε μας αγχώνουν και μας ανησυχούν και άλλοτε μας εξυπηρετούν και μας βοηθούν να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας. Όποια και αν είναι η εντύπωση που έχουμε για τις τράπεζες, δεν χωράει αμφιβολία πως οι ίδιες συγκροτούν έναν από τους πλέον ζωτικούς και απαραίτητους παράγοντες μιας σύγχρονης οικονομίας.

Τα είδη των τραπεζών ποικίλουν ανάλογα με τον σκοπό και τη λειτουργία τους. Ωστόσο, στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθούμε στο πιο διαδεδομένο και προσιτό είδος τραπεζών, τις εμπορικές.

Οι εμπορικές τράπεζες είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που κατά κύριο λόγο εμπορεύονται χρήμα, το οποίο, όπως όλα τα προϊόντα, έχει την δική του τιμή που είναι γνωστή ως επιτόκιο. Βασική τους λειτουργία είναι να χορηγούν δάνεια για να ενισχύσουν την κατανάλωση ή την επένδυση επιβάλλοντας στους πελάτες τους ένα επιτόκιο δανεισμού. Ταυτόχρονα, και προκειμένου να καλύψουν μέρος των λειτουργικών τους αναγκών, οι τράπεζες χρησιμοποιούν χρήματα από τους καταθέτες, τους οποίους αμείβουν με το καταθετικό επιτόκιο. Η διαφορά μεταξύ επιτοκίου δανεισμού και καταθετικού επιτοκίου αποτελεί το κέρδος των τραπεζών. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες απορροφούν χρήματα από όσους θέλουν να αποταμιεύσουν και χορηγούν χρήματα σε όσους θέλουν να δανειστούν. Μιλώντας με οικονομικούς όρους θα λέγαμε ότι συνδέουν τα πλεονασματικό με το ελλειμματικό μέρος μιας οικονομίας.

Οι ίδιες οι τράπεζες χρηματοδοτούνται από μετόχους, οι οποίοι παρέχουν τα λεγόμενα Μετοχικά Κεφάλαια. Αν σε αυτά προστεθούν τα κέρδη ενός έτους που η κάθε τράπεζα αποφασίζει να κρατήσει στα ταμεία της, προκύπτουν τα λεγόμενα Ίδια Κεφάλαια. Ωστόσο, ο κύριος όγκος χρηματοδότησής τους προέρχεται από εξωτερικούς δανειστές, όπως επενδυτικές εταιρείες ή ακόμα και άλλες τράπεζες. Οι οργανισμοί αυτοί παρέχουν τα Ξένα Κεφάλαια, τα οποία κάθε τράπεζα θα κληθεί κάποτε να αποπληρώσει.

Χρησιμοποιώντας ξένα κεφάλαια οι τράπεζες μπορούν να δανείσουν περισσότερα χρήματα από όσα διαθέτουν στα ταμεία τους, παράγοντας, έτσι «νέο χρήμα». Εφόσον ο δανεισμός τούς αποφέρει κερδοφορία, όσο περισσότερο χρήμα δανείζουν, τόσα μεγαλύτερα είναι τα κέρδη τους. Ο δανεισμούς ωστόσο, δεν μπορεί να αυξάνεται συνεχώς αφού παράλληλα με τα κέρδη τους, αυξάνεται και ο κίνδυνος χρεοκοπίας λόγω υπερδανεισμού.

Για να γλυτώσουν τον κίνδυνο, οι τράπεζες οφείλουν να διατηρούν μια ισορροπία μεταξύ ξένων και ιδίων κεφαλαίων. Προς αυτή την κατεύθυνση εργάζονται οι εποπτικές αρχές και οι κεντρικές τράπεζες, οι οποίες επιβάλλουν ένα ελάχιστο ποσοστό επί του συνολικού κεφαλαίου που οι εμπορικές τράπεζες είναι υποχρεωμένες να αντλούν από τους μετόχους τους.

Με άλλα λόγια, επιβάλλουν ένα ελάχιστο όριο στο κλάσμα , το οποίο σύμφωνα με το ρυθμιστικό πλαίσιο που επιβάλλει η Επιτροπή της Βασιλείας δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 8%. Αυτό σημαίνει ότι αν μια τράπεζα διαθέτει 100.000€ συνολικών κεφαλαίων, τουλάχιστον 8.000€ θα πρέπει να προέρχονται από τους μετόχους.

Αν ο κανόνας δεν τηρηθεί, η εκάστοτε τράπεζα είναι υποχρεωμένη να αλλάξει τη σύνθεση συνολικών κεφαλαίων αυξάνοντας τα Ίδια και μειώνοντας τα Ξένα. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται ανακεφαλαιοποίηση κι ένας τρόπος για να επιτευχθεί είναι να μετατραπούν τα ομόλογα που έχει εκδώσει,δηλαδή μέρος του δανεισμού τους, σε μετοχές. Με αυτόν τον τρόπο το μετοχικό κεφάλαιο αυξάνεται ως ποσοστό του συνολικού κεφαλαίου, οι δανειστές γίνονται μέτοχοι και η τράπεζα παίρνει τον δρόμο της επιστροφής στην κανονικότητα.

Αυτό συνέβη και στην χώρα μας μετά την κρίση του 2008. Πολλά από τα δάνεια των τραπεζών είχαν χρηματοδοτήσει το κτίσιμο κατοικιών, η αξία των οποίων έπεσε κατακόρυφα. Οι δανειζόμενοι δεν μπόρεσαν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους και οι τράπεζες δεν μπορούσαν να πουλήσουν τις κατοικίες αυτές στην τιμή που οι ίδιες είχαν χορηγήσει. Τα δάνεια αυτά χαρακτηρίστηκαν “κόκκινα”, δηλώνοντας πως δεν ήταν δυνατό να αποπληρωθούν.

Την περίοδο 2012-2013, προκειμένου να καλυφθεί η ζημία των τραπεζών, το ελληνικό κράτος παρενέβη μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο ενίσχυσε τα τραπεζικά κεφάλαια αγοράζοντας μετοχές τους και αποτρέποντας την χρεοκοπία.

Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ενισχύθηκε από χρήματα του αντίστοιχου ευρωπαϊκού European Financial Stability Facility (E.F.S.F) με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος της Ελλάδας να αυξηθεί. Με άλλα λόγια, το κράτος προκειμένου να διασώσει τις τράπεζες, αναγκάστηκε να δανειστεί επιβαρύνοντας, τους φορολογούμενους.

Την περίοδο 2012-2015 η Ελλάδα εφάρμοσε όχι μία, αλλά τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις, ενώ το παράδειγμα ακολούθησαν Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία και Κύπρος. Σύσσωμη η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε και αναδιαμόρφωσε ειδικούς θεσμούς και τα κράτη-μέλη αύξησαν τα πρωτογενή τους ελλείμματα προς αντιμετώπιση του κινδύνου κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος. Οι μέθοδοι και τα μεγέθη διαφέρουν από χώρα σε χώρα, όπως άλλωστε και τα αποτελέσματα.

Τις περισσότερες φορές η συζήτηση γύρω από την ανάγκη διάσωσης των τραπεζών εγείρει διαφωνίες και εντάσεις μεταξύ αναλυτών, πολιτικών και δημοσιογράφων. Πολλοί θεωρούν τη διάσωση απάτη, προϊόν ευνοϊκής μεταχείρισης ή ένδειξη διαπλοκής. Στην πράξη, όμως, λίγοι είναι αυτοί που αμφισβητούν τη σημασία του τραπεζικού συστήματος. Είναι αφελές να παραβλέψουμε ότι το σύστημα, αυτό, τροφοδοτεί τις ανάγκες και τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Τα προβλήματά του καταλήγουν να είναι προβλήματα όλων μας και οι λύσεις δεν μπορούν να μας αφήνουν αδιάφορους.

Βιβλιογραφία

  • Παναγιώτης Γ. Κορλίρας, Νομισματική Θεωρία & Πολιτική, Εκδόσεις Ε. Μπένου, 2006
  • Timotej Homar,“Bank recapitalizations and lending: A little is not enough”, European System of Financial Supervision, June 2016
  • Νένας Μαλλιάρα, Η «Οδύσσεια» των ελληνικών τραπεζών στα χρόνια των μνημονίων,Capital.gr, Αύγουστος 2018 https://www.capital.gr/oikonomia/3311248/i-odusseia-ton-ellinikon-trapezon-sta-xronia-ton-mnimonion
  • Τράπεζα της Ελλάδος, Το χρονικό της μεγάλης κρίσης, Κέντρο πολιτισμού, έρευνας και τεκμηρίωσης, Απρίλιος 2014
mtiakas@esproject.gr

Έχετε πρόταση για επόμενο άρθρο μας; Μη διστάσετε να αφήσετε την πρότασή σας στα σχόλια στο τέλος του άρθρου! Θέλετε να γίνετε συνεργάτης συγγραφέας του The E square Project; Στείλτε το βιογραφικό σας στο info@esproject.gr και θα επικοινωνήσουμε μαζί σας!

markus-spiske-3Tf1J8q9bBA-unsplash

Πρωτογενή πλεονάσματα

της Χρύσας Καραπαναγιώτη

Συχνά στον τύπο ακούμε για τα πρωτογενή πλεονάσματα, για το αν και το πώς αυτά επιτυγχάνονται, αλλά και τη συζήτηση για το πόσο ωφελούν την οικονομία. Τελευταία, μάλιστα, γίνεται λόγος για μείωση των πλεονασμάτων  σε σχέση με τα συμφωνηθέντα επίπεδα λόγω του θετικού κλίματος στις αγορές και την επίτευξη χαμηλών επιτοκίων στα Ελληνικά ομόλογα. Τι ονομάζουμε, όμως, πρωτογενή πλεονάσματα; Γιατί οι κυβερνήσεις δεσμεύουν την ελληνική οικονομία θέτοντας πλεονασματικούς στόχους σε βάθος χρόνου; Ωφελούν τελικά την οικονομία;

Προϋπολογισμός

Για να εξηγήσουμε τι ακριβώς είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα πρέπει να κατανοήσουμε την έννοια του Κρατικού Προϋπολογισμού. Κάθε χρόνο οι κυβερνήσεις των κρατών σχεδιάζουν και εκτιμούν τα δημόσια έσοδα και τις δαπάνες για το επόμενο έτος. Ο κρατικός προϋπολογισμός, όπως ονομάζεται, είναι ένας πίνακας με τα Συνολικά Έσοδα (τα ποσά τα οποία εκτιμά ότι θα εισπράξει το κράτος) και τις Συνολικές Δαπάνες που θα έχει την επόμενη χρονιά και ψηφίζεται κάθε χρόνο από τους Βουλευτές.

Στο παραπάνω παράδειγμα τα συνολικά έσοδα της Κυβέρνησης είναι ίσα με τα συνολικά της έξοδα. Όταν ισχύει αυτό, ο προϋπολογισμός ονομάζεται ισοσκελισμένος. Κάτι τέτοιο, βέβαια, είναι σπάνιο, αφού συνήθως οι συνολικές δαπάνες καταλήγουν να είναι περισσότερες από τα συνολικά έσοδα, δηλαδή ο προϋπολογισμός είναι ελλειμματικός.

Δημόσιο Χρέος

Προκειμένου να καλύψουν το έλλειμμα που δημιουργείται, τα κράτη δανείζονται μέσω έκδοσης ομολόγων είτε από τις διεθνείς χρηματαγορές (π.χ. επενδυτικές τράπεζες), είτε από  τους πολίτες. Το συνολικό (συσσωρευμένο) ποσό δανεισμού ανά τα χρόνια αποτελεί το δημόσιο χρέος, το οποίο μετριέται συνήθως ως ποσοστό του ΑΕΠ[1] της χώρας, δηλαδή με τη μορφή κλάσματος . Το κλάσμα αυξάνει (μειώνει) με την αύξηση (μείωση) του ΧΡΕΟΥΣ και αυξάνει (μειώνει) με την μείωση (αύξηση) του ΑΕΠ . Η Ελλάδα, όπως παρατηρούμε και στον πίνακα παρακάτω, έχει ένα υψηλό ποσοστό λόγω της μείωσης του ΑΕΠ της (του παρονομαστή) τα τελευταία 10 χρόνια και της αύξησης του χρέους της (του αριθμητή).

Τα κράτη χρησιμοποιούν τα έσοδα από τον δανεισμό είτε για να επενδύσουν σε δημόσια έργα (δρόμους, λιμάνια κλπ.), είτε για να καλύψουν ορισμένες από τις υπάρχουσες ανάγκες και υποχρεώσεις τους όπως οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων ή οι συντάξεις. Σε κάθε περίπτωση οι κυβερνήσεις δανείζονται προσβλέποντας σε μια βελτίωση (μεγέθυνση) της οικονομίας μελλοντικά, ώστε να αποπληρώσουν και τα δάνειά τους.

Πρωτογενή Πλεονάσματα

Το πρωτογενές πλεόνασμα προκύπτει όταν τα έσοδα ξεπερνούν τα έξοδα στο τέλος του έτους χωρίς να υπολογίζεται η εξυπηρέτηση του χρέους (οι τόκοι δηλαδή).

Ας δούμε το παρακάτω παράδειγμα. Ένα νοικοκυριό έχει τα παρακάτω στοιχεία.

  • Έσοδα: 1500€
  • Έξοδα (πλην δόσης δανείου): 1000€
  • Δόση Δανείου: 600€

Το παραπάνω νοικοκυριό έχει πρωτογενές πλεόνασμα 500€ το οποίο προκύπτει από την πράξη Έσοδα – Έξοδα = 1500€ – 1000€ = 500€. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζει! Το παραπάνω νοικοκυριό μπορεί να έχει πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά συνολικά είναι ελλειμματικό! Το έλλειμμα υπολογίζεται αν λάβουμε υπόψιν μας και το ποσό της δόσης. Τότε το νοικοκυριό χρωστά 1500€ – 1000€ – 600€ = -100€. Το παραπάνω νοικοκυριό για το μήνα που πέρασε δεν δημιούργησε νέο χρέος. Αυτά είναι τα θετικά νέα! Ταυτόχρονα, όμως, δεν εξυπηρέτησε το παλιό του χρέος στο σύνολό του! Όπως ακριβώς με το νοικοκυριό μας, έτσι και με το κράτος υπολογίζουμε τα ίδια στοιχεία.

Ακόμη κι αν σε πρωτογενές επίπεδο ο προϋπολογισμός είναι πλεονασματικός, δεν μπορεί να είναι συνεχώς ελλειμματικός στο σύνολό του διότι αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να δανείζεται συνέχεια για να εξυπηρετεί παλιό χρέος. Όπως ένα άτομο δεν μπορεί συνέχεια να δαπανά περισσότερα από το εισόδημά του έτσι και το κράτος δεν μπορεί να δανείζεται συνέχεια. Το κράτος συνήθως καλύπτει τις δαπάνες του από τους φόρους που εισπράττει και δανείζεται όταν οι φόροι δεν επαρκούν. Κάθε κυβέρνηση θα πρέπει να αποφεύγει να δαπανά περισσότερα από όσα μπορεί να εισπράξει από τους φόρους διαφορετικά οι μελλοντικές γενεές θα πρέπει να επιβαρυνθούν με πρόσθετους φόρους ώστε να αποπληρωθούν οι τόκοι.

Η Ελλάδα και η σχέση της με τα Ελλείμματα και το Δημόσιο Χρέος

Παρατηρούμε ότι η Ελλάδα χαρακτηρίζεται ιστορικά από διαρκώς ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Πριν την ένταξή μας στο Ευρώ, τα ελλείμματα είχαν τιθασευτεί γύρω στο 4% του ΑΕΠ με τάση μείωσης προς το 2% ώστε να εκπληρωθεί μια από τις προϋποθέσεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ για την εισαγωγή μας στο Ευρωσύστημα. Στην δεκαετία που ακολούθησε παρατηρούμε απότομες αυξήσεις των ελλειμμάτων σε πολύ υψηλά ποσά. Αυτή η πορεία τελικά ανατρέπεται και η Ελλάδα επιτυγχάνει πλεονάσματα το 2016 και το 2017 (εκτιμώμενα στα δεδομένα μας). Από τη στιγμή εκείνη η χώρα μας σταμάτησε να δημιουργεί νέο χρέος.

Το χρέος της Ελλάδας βρισκόταν πάντοτε σε επίπεδα υψηλότερα από το ΑΕΠ της. Δηλαδή η χώρα μας ανέκαθεν χρώσταγε σχεδόν, ή και περισσότερο, από όσο μπορούσε να παράγει η ίδια σε ένα έτος. Για να γίνει η χώρα μας δεκτή στο Ευρώ θα έπρεπε να είχε χρέος κάτω από το 60% του ΑΕΠ της. Πριν την ένταξή μας στο ευρώ το ποσοστό του χρέους μας ως προς το ΑΕΠ ήταν σταθερό γύρω στο 95% και μειωνόταν φτάνοντας στο 94,1% το 1998, το χαμηλότερο ποσοστό δημόσιου χρέους που έχει επιτύχει η Ελλάδα. Θεωρώντας την τάση της μείωσης του χρέους ικανοποιητική και ότι κάποτε θα έφτανε το στόχο του 60%, τελικά η χώρα μας μπήκε στο Ευρώ. Βέβαια, το δημόσιο χρέος στην συνέχεια ξεκίνησε να αυξάνει φτάνοντας στο επίπεδο του 180% του ΑΕΠ (περίπου διπλάσιο δηλαδή) μέχρι να σταθεροποιηθεί και πάλι.

Η ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος δίνει λοιπόν την δυνατότητα σε μία χώρα με χρέος να ξεκινήσει να αποπληρώνει ένα μέρος του. Το 2010 η Ελλάδα έχασε την δυνατότητα να δανείζεται από τις αγορές λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους της. Εφόσον τα επιτόκια δανεισμού μέσω ομολόγων ήταν απαγορευτικά υψηλά κι ενώ αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα αναξιοπιστίας, η Ελλάδα κατέφυγε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με προϋπόθεση να επιτύχει συγκεκριμένα πρωτογενή πλεονάσματα. Σήμερα η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να πετυχαίνει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ της έως το 2020.

Συμπεράσματα

Συνεπώς, τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι απαραίτητα προκειμένου να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για τη μείωση του χρέους αφού δεν δημιουργούνται ανάγκες για νέο χρέος. Επίσης, αντανακλούν μια νοικοκυρεμένη και συνετή δημόσια οικονομία όπου οι διαχειριστές της, δηλαδή οι πολιτικοί, δεν πραγματοποιούν σπατάλες. Φαίνεται, όμως, ότι την παραπάνω άποψη δεν συμμερίζονται όλοι οι οικονομολόγοι. Τα τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα, φαίνεται να προκαλούν ζημιά στην πραγματική οικονομία. Το κράτος απομυζά όλη τη ρευστότητα. Μέσω φόρων και ασφαλιστικών κρατήσεων απορροφά τους αναγκαίους ιδιωτικούς πόρους, εμποδίζοντας τις επενδύσεις και την κατανάλωση και αποθαρρύνοντας τους νέους να μείνουν και να δουλέψουν, εάν βρουν δουλειά, στη χώρα τους. Για να σχηματιστούν τα πρωτογενή πλεονάσματα, η κυβέρνηση περικόπτει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, μειώνει τις επιχορηγήσεις νοσοκομείων, αναβάλλει την πληρωμή συντάξεων και καθυστερεί την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών. Η ελληνική οικονομία εγκλωβίζεται σε ένα φαύλο κύκλο λιτότητας με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης όταν όλη η υπόλοιπη Ευρώπη αναπτύσσεται με υψηλότερους ρυθμούς.

Βιβλιογραφία

  • Εισαγωγή στη Διεθνή Οικονομική, Χρήστος Ε. Παπάζογλου, 3η έκδοση, Εκδόσεις Τσότρας
  • Εισαγωγή στη Μικροοικονομική Ανάλυση, Π. Παντελίδης, Εκδόσεις Τσότρας
  • Δημόσια Οικονομική και Πολιτική, Jonathan Gruber, Εκδόσεις Da Vinci
 
[1] ΑΕΠ: Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν: ονομάζουμε το σύνολο της αξίας σε χρήματα όλων των αγαθών που παράχθηκαν από μηχανήματα και άλλους συντελεστές παραγωγής που ανήκουν σε κατοίκους εντός μιας συγκεκριμένης χώρας σε έναν χρόνο. Το ΑΕΠ της Ελλάδας για το 2017 ήταν 200,288 δισεκατομμύρια Δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες πολίτες (όχι οι Έλληνες που είναι κάτοικοι αλλοδαπής) «παρήγαγαν» τόση αξία σε ένα έτος.
 
ckarapanagioti@esproject.gr

Έχετε πρόταση για επόμενο άρθρο μας; Μη διστάσετε να αφήσετε την πρότασή σας στα σχόλια στο τέλος του άρθρου! Θέλετε να γίνετε συνεργάτης συγγραφέας του The E square Project; Στείλτε το βιογραφικό σας στο info@esproject.gr και θα επικοινωνήσουμε μαζί σας!

1395256898857

Δημόσιος Δανεισμός και Ομόλογα

του Νίκου Λιαμπότη

«Βασική προϋπόθεση για να επιστρέψει η ελληνική οικονομία στην κανονικότητα είναι η συστηματική, ποιοτική και με χαμηλό κόστος χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Η σημερινή έκδοση του επταετούς ομολόγου αξιολογείται ως ιδιαίτερα επιτυχής, αφού κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.» Τα παραπάνω δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών για τη τελευταία έξοδο στις αγορές. [1] Η Ελλάδα μετά την περίοδο των εκλογικών αναμετρήσεων βγήκε στις αγορές με ένα επταετές ομόλογο και, όπως όλα δείχνουν, είχε μεγάλη επιτυχία. Αλλά τι είναι ένα ομόλογο, ποια η σημασία του για ένα κράτος και γιατί θα πρέπει να μας απασχολεί;

Ομόλογα

Αφού το κράτος χρειάζεται να δανειστεί, θα πρέπει να βρει ένα τρόπο να συσσωρεύσει τα χρήματα όσων είναι διατεθειμένοι να το δανείσουν. Αυτό γίνεται μέσω της έκδοσης ομολόγων.

Όπως κάθε δανεισμός, έτσι και ο δημόσιος πραγματοποιείται με κάποιο κόστος. Το κόστος αυτό εκφράζεται ως ποσοστό της αξίας του δανειζόμενου ποσού και ονομάζεται επιτόκιο δανεισμού. Αν πολλαπλασιάσουμε το επιτόκιο με το δανειζόμενο ποσό, προκύπτει ο τόκος, ο οποίος καταβάλλεται ανά συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα.

Εφόσον το δάνειο είναι μια πράξη που αφορά στο μέλλον, και το μέλλον δεν είναι ποτέ σίγουρο, οι δανειστές πρέπει να έχουν υπόψη τους τον κίνδυνο να μην πάρουν ποτέ πίσω τα χρήματά τους. Η πιθανότητα να συμβεί αυτό το ενδεχόμενο καλείται πιστοληπτικός κίνδυνος, και όσο μεγαλύτερος είναι αυτός, τόσο μεγαλύτερο είναι και το επιτόκιο δανεισμού.

Τα ομόλογα είναι έντυπα συμβόλαια (χρεόγραφα ή, γενικότερα, τίτλοι) που εκδίδονται και πωλούνται από κράτη και ιδιωτικές εταιρείες και η αγορά τους σημαίνει δανεισμό προς τον φορέα που τα εκδίδει. Με άλλα λόγια ο φορέας που εκδίδει ομόλογα (για παράδειγμα ένα κράτος) δανείζεται χρήματα από τον φορέα που τα αγοράζει και υπόσχεται γραπτώς να επιστρέψει το ποσό μαζί με τους τόκους σε κάποιο χρονικό διάστημα.

Τα κρατικά ομόλογα – Δημοσίου (Government Bonds) εκδίδονται από την Κεντρική Τράπεζα της κάθε χώρας και αφορούν σχετικά μεγάλα χρηματικά ποσά, όπως αυτό των 100.000€. Ο επενδυτής που αγοράζει ένα ομόλογο, παραλαμβάνει και κάποια κουπόνια που αποδίδουν τους τόκους του αρχικού χρηματικού ποσού, τα οποία μπορεί να εξαργυρώσει σε συγκεκριμένα διαστήματα μέσα στο έτος. Τα κουπόνια αυτά είναι το κόστος δανεισμού που καταβάλλει το κράτος στους αγοραστές ομολόγων. Μετά από κάποια χρόνια (ανάλογα την διάρκειά του) το ομόλογο ωριμάζει, δηλαδή έρχεται η στιγμή που το κράτος θα πρέπει να επιστρέψει στον επενδυτή όλο το αρχικό ποσό. Τελικά, ο επενδυτής θα πάρει πίσω τα χρήματα με τα οποία αγόρασε το ομόλογο και θα έχει ως κέρδος τους τόκους που εξαργύρωσε από τα κουπόνια.

Για να γίνουν τα παραπάνω πιο σαφή ας υποθέσουμε ότι κάποιος αγοράζει την 1η  Ιανουαρίου του 2018 ένα ομόλογο από την Ελλάδα που κοστίζει 100.000€, έχει επιτόκιο 4% και χρόνο ωρίμανσης 2 έτη. Τα κουπόνια του εξαργυρώνονται κάθε 6 μήνες

Στην περίπτωση αυτή ο επενδυτής αρχικά θα δώσει 100.000€ (αρχικό κεφάλαιο)  για να αγοράσει αυτό τον τίτλο. Κάθε έξι μήνες θα κερδίζει το ποσό των 4.000€ (που προκύπτει αν πολλαπλασιάσουμε το επιτόκιο με το συνολικό ποσό) και μαζί με το τελευταίο κουπόνι η κυβέρνηση θα του επιστρέψει και το σύνολο του αρχικού του κεφαλαίου. Στο τέλος του 2019 ο επενδυτής θα έχει συνολικά:

100.000€ + 4.000€ × 4 εξάμηνα = 116.000€

Βέβαια, τα 100.000€ τα είχε και πριν την αγορά του ομολόγου, άρα ως κέρδος έχει 16.000€.

Γιατί, όμως, να αγοράσει κανείς ένα ομόλογο;

Συνήθως τα ομόλογα των ανεπτυγμένων κρατών χαρακτηρίζονται από ασφάλεια και σχεδόν μηδενικό ρίσκο καθώς θεωρούμε ότι είναι δύσκολο ένα κράτος να χρεοκοπήσει και να μην αποπληρώσει ποτέ το αρχικό ποσό, σε αντίθεση με μία κοινή επιχείρηση της οποίας τα ομόλογα έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Βέβαια, αυτό το ελάχιστο ρίσκο δεν είναι το ίδιο μικρό για όλα τα κράτη. Αγοράζοντας ένα ομόλογο από ένα κράτος μπορούμε να είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι στο τέλος της περιόδου θα έχουμε κέρδος. Αυτή η σιγουριά, βέβαια, είναι που κρατά τα επιτόκια σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τα υπόλοιπα επιτόκια στις αγορές, αφού τα ομόλογα θεωρούνται μηδενικού ρίσκου κι έτσι η «επιβράβευση» για ένα μικρό ρίσκο είναι αντίστοιχα μικρή.

Ένας άλλος λόγος που θα ωθούσε κάποιον να αγοράσει ένα ομόλογο είναι οι σταθερές πληρωμές ανά τακτά χρονικά διαστήματα που του εξασφαλίζουν τα κουπόνια, ενώ παράλληλα έχει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό «ασφαλισμένο». Αυτή είναι και η λογική βάσει της οποίας πολλά συνταξιοδοτικά ταμεία αγοράζουν ομόλογα ασφαλών κρατών. Διαθέτουν ένα μεγάλο ταμείο από τις εισφορές των ασφαλισμένων τους, αλλά δεν πρέπει να αθετήσουν και τις πληρωμές τους σε περίπτωση που κάποια επένδυση αποτύχει. Έτσι, προτιμούν τα ομόλογα ως βέβαιες επενδύσεις με παράλληλες ροές κουπονιών ανά τακτά διαστήματα.

Υπάρχουν κίνδυνοι;

Όπως αναφέραμε προηγουμένως, η αγορά ενός κρατικού ομολόγου, όσο μικρό ρίσκο απώλειας χρημάτων και αν έχει, φέρει πάντα κινδύνους.

Ο πρώτος είναι η κρατική χρεοκοπία και αθέτηση πληρωμών. Αν και μικρός, είναι ικανός να κάνει τα ομόλογα συγκεκριμένων κρατών, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων κρίσεων, πολύ πιο επισφαλή από άλλων. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα το 2018 έχει το υψηλότερο επιτόκιο στο 10ετές της ομόλογο (4,34%, υψηλότερος κίνδυνος) και η Ελβετία σχεδόν μηδενικό (0,02%, διότι τα χρήματα ενός επενδυτή στο Ελβετικό κράτος είναι σχεδόν βέβαια)[2].  Και σήμερα που ο κίνδυνος χρεοκοπίας μάλλον δεν είναι εμφανής τα επιτόκια που σημείωσαν τα ομόλογα της Ελλάδας ήταν της τάξης του 2% (για τις εκδόσεις του 2019).

Ένας ακόμη βασικός κίνδυνος είναι η αύξηση των τιμών. Έστω ότι ένας καταναλωτής επιθυμεί να κτίσει ένα σπίτι συνολικού κόστους 116.000€ αλλά διαθέτει μόνο 100.000€. Ο καταναλωτής θα αγοράσει ένα κρατικό ομόλογο όπως στο παράδειγμά μας για να εξασφαλίσει το ποσό που χρειάζεται μέσα σε δύο έτη. Αν όμως οι τιμές των δοκιμών υλικών αυξηθούν, ώστε το σπίτι να κοστίζει τελικά 120.000€, ο καταναλωτής δεν θα είναι σε θέση να κτίσει το σπίτι και οι προσδοκίες του θα έχουν διαψευσθεί. Ο πληθωρισμός (η άνοδος των τιμών σε ποσοστό σε σχέση με τις τιμές του προηγούμενου έτους) μπορεί να διαβρώσει τα κέρδη ή ακόμα και να ματαιώσει την επένδυση του καταναλωτή.

Ποιος εκτιμάει τους κινδύνους;

Ένας επενδυτής, προκειμένου να αγοράσει ένα κρατικό ομόλογο, θα πρέπει πέρα από τα επιτόκια δανεισμού, να λάβει υπόψη του το πόσο πιθανό είναι να κερδίσει από αυτό, ή τουλάχιστον να πάρει πίσω την αρχική του επένδυση. Χρειάζεται, λοιπόν, κάποιον που θα εκτιμήσει για εκείνον το κατά πόσο ένα κράτος είναι ικανό να αποπληρώσει τα ομόλογα που εκδίδει. Τον ρόλο αυτό αναλαμβάνουν οι Οίκοι Αξιολόγησης.

Οι Οίκοι Αξιολόγησης (Credit Rating Agencies) είναι ιδιωτικές εταιρείες που πληροφορούν τους επενδυτές για τον κίνδυνο και την αξιοπιστία των φορέων που εκδίδουν τίτλους όπως είναι τα ομόλογα. Με άλλα λόγια, οι οίκοι αξιολόγησης εκτιμούν την πιστοληπτική ικανότητα των κρατών και των εταιρειών που συμμετέχουν στις κεφαλαιαγορές.

Η αξιολόγηση του κρατικού τομέα (και των τίτλων που εκδίδει) γίνεται με βάση οικονομικούς αλλά και πολιτικούς παράγοντες όπως το δημόσιο χρέος, η αξία των συνολικών επενδύσεων, η διαφάνεια των αγορών ή τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας.

Ανάλογα με την γενική κατάσταση της οικονομίας αλλά και τις προβλέψεις τους για το μέλλον, οι οίκοι αξιολόγησης κατατάσσουν την πιστοληπτική ικανότητα των κρατών χρησιμοποιώντας μια κλίμακα αξιολόγησης. Για παράδειγμα, ανεπτυγμένες χώρες με μικρό ποσοστό δημόσιου χρέους και  πολλές επενδύσεις στην δημόσια υγεία και παιδεία, χαρακτηρίζονται από πολύ υψηλή αξιοπιστία. Έτσι, εκδίδουν ομόλογα που αξιολογούνται από τους οίκους ως ΑΑΑ ή Αaa. Αντίθετα, αναπτυσσόμενες χώρες με υψηλό ποσοστό δημόσιου χρέους, και ελλείμματα στους δημόσιους λογαριασμούς τους φαίνεται πως είναι πιθανό να αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους και να μην αποπληρώσουν τα ομόλογα που εκδίδουν. Αυτές οι χώρες θα αξιολογηθούν με Β, C ή ακόμα και D.

Παρακάτω, παραθέτουμε την κλίμακα αξιολόγησης που χρησιμοποιούν οι δύο μεγαλύτεροι οίκοι αξιολόγησης S&P και Moody’s, οι οποίοι ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας αγοράς.

Κλίμακα Αξιολόγησης S&P, Moody’s[3]

 

S&P

Moody’s

Πολύ Υψηλή Αξιοπιστία

ΑΑΑ

Αaa

AA

Aa

Υψηλή Αξιοπιστία

A

A

BBB

Baa

Μέτρια Αξιοπιστία

BB

Ba

B

B

Μικρή Αξιοπιστία

CCC

Caa

CC

Ca

C

C

D

D

Επίλογος

Ένα κράτος σε ετήσια βάση έχει πολλές ανάγκες να καλύψει. Τα έσοδά του από την φορολόγηση δεν είναι, ωστόσο, πάντοτε ικανά να του προσφέρουν την απαραίτητη χρηματοδότηση. Τότε είναι που απευθύνεται στις διεθνείς χρηματαγορές, εκδίδει ομόλογα και δανείζεται από πολίτες και οργανισμούς με κόστος ανάλογο του ρίσκου τους. Είναι προφανές ότι σε αυτές τις αγορές δεν έχουν όλα τα κράτη την ίδια αξιοπιστία. Κάθε κρατικό ομόλογο συνοδεύεται από έναν κίνδυνο αθέτησης ανάλογο με την οικονομία του κράτους. Τον κίνδυνο αυτόν εκτιμούν οι Οίκοι Αξιολόγησης που δίνουν χαρακτηρισμούς ανάλογα με την πιστοληπτική ικανότητα σε διάφορες οικονομίες. Ας μην ξεχνάμε και πάλι ότι τα ομόλογα είναι μια μορφή δανεισμού. Όσο μικρό και αν είναι το τελικό επιτόκιο, κάποτε θα πρέπει να αποπληρωθεί. Αυτός είναι σε αδρές γραμμές ο μηχανισμός του Δημόσιου Δανεισμού μαζί με τους κινδύνους και τα διλήμματά του.

Βιβλιογραφία

  • Οικονομικά για μη ειδικούς (Απλά, κατανοητά πρακτικά), Περικλής Γκόγκας, Εκδόσεις Κριτική
  • Εισαγωγή στην Οικονομική – Τόμος Β΄ 3η έκδοση David Begg, Gianluigo Vernasca, Stanley Fischer, Rudiger Dornbusch, Εκδόσεις Κριτική
  • Αγορές χρήματος και κεφαλαίου, Θωμαδάκης Σταύρος Β. , Ξανθακης Μανώλης Εκδόσεις Σταμούλη Α.Ε.
  • Χρήμα, Πίστη, Τράπεζες Μια ευρωπαϊκή προσέγγιση, Howells Peter, Bain Keith, Εκδόσεις Κριτική
  • Επενδύσεις, Τζαβαλής Ηλίας, Πετραλιάς Αθανάσιος, Εκδόσεις Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης της Περιουσίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

[2] Πηγή δεδομένων: naftemporiki.gr “Spreads 10ετών κρατικών ομολόγων” Αποδόσεις | 07/11/2018 10:53.

[3] Πηγή: Τζαβαλής Ηλίας και Πετραλιάς Αθανάσιος, 2009, ‘Επενδύσεις’, Εκδόσεις ΟΠΑ, σελ. 8

 
nliabotis@esproject.gr

Έχετε πρόταση για επόμενο άρθρο μας; Μη διστάσετε να αφήσετε την πρότασή σας στα σχόλια στο τέλος του άρθρου! Θέλετε να γίνετε συνεργάτης συγγραφέας του The E square Project; Στείλτε το βιογραφικό σας στο info@esproject.gr και θα επικοινωνήσουμε μαζί σας!